Χαροπάλευα .
Έπρεπε να επιβιώσω .
Πούλησα ακριβά ότι είχε απομείνει .
Κάτι παλιά πράγματα άλλων εποχών .
Σιγά τις αναμνήσεις .
Σιγά τον ήλιο .
Δεν τρώγονται
και το σώμα μου πεινούσε .
Ψιλοβολεύτηκα .
Λίγο ψωμί
λίγο λάδι
λίγη ζάχαρη
και τσιγάρα .
Έτσι για να το φχαριστηθώ .
Τι νόημα έχει η πείνα αν δεν καπνίσεις μετά το φαγητό ένα σέρτικο .
Και καφέ ...
ναι αγόρασα και καφέ .
Δε θυμάμαι τίποτα πια .
Ένα εισιτήριο μου έμενε σε εκκρεμότητα .
Θα το βρω περπατώντας .
Σκυφτός περπατούσα
και κλωτσούσα σιγανά ότι έβρισκα μπροστά μου
μήπως και είχε μπλέξει κάπου ένα εισιτήριο .
Μεγάλη προσπάθεια να κλωτσάς ότι βρίσκεις μπροστά σου .
Πολλές φορές νομίζεις πως δουλεύεις κιόλας .
Δε θυμάμαι τελικά αν το βρήκα .
Θυμάμαι μόνο ότι κλωτσώντας
βρήκα εσένα
Δεν ήσουν το εισιτήριο που έψαχνα
Δεν ήσουν το εισιτήριο που έψαχνα
αλλά λαχείο που σε βρήκα κλωτσώντας .
Και σ' εξαργύρωσα .
Και κέρδισα .
Εμένα .
Και σ' εξαργύρωσα .
Και κέρδισα .
Εμένα .

